Πέμπτη 9 Ιουνίου 2011

Μη ζητάτε τον Ζώντα μετά των νεκρών! Χριστός Ανέστη!

9.6. η μέρα της Συνάντησης στην γη…
Από τους Νικητάδες, όπως έλεγε ο Ηλίας, ήσουν-είσαι λατρευτή μας Νίκη! Αυτή την νίκη αφήνεις πίσω Σου… Την νίκη του Φωτός, την νίκη της Αγάπης! Όποιος κοίταξε για μια φορά τα μάτια Σου, γνωρίζει για πάντα την συγκλονιστική αμεσότητα, ευθύτητα της αγάπης, τον νου που είναι εμβαπτισμένος στην καρδιά! Η αγάπη, η συμπόνια, η ανεξάντλητη προσφορά Σου εγγράφηκαν ανεξίτηλα στην παγκόσμια ψυχή… Μαζί μας εσύ στους αιώνες, έως την ολοκλήρωση της Επιστροφής… Ο κόσμος ομόρφυνε με το πέρασμά Σου… Ένα υπέρλαμπρο ον που μεταμφιέστηκε σε ταπεινό άνθρωπο επιστρέφει στον ουρανό! Ο τελευταίος μεγάλος δάσκαλος της σχολής των Δρυίδων! Ευλογημένη Μητέρα! Γέννησες και εκπαίδευσες τον Υιό. Συνταραχτική η Συνάντηση! Όπως τότε… Παρόντες… Το πύρινο ον του Ιωάννη… Τότε πόνεσε η Μητέρα. Τώρα πονά ο Υιός… Σε παρέλαβε ο ίδιος ο Ραφαήλ! Ανελήφθης σε άρμα Φωτός… Σε χαιρετάμε μέσα στην ιερή αναστάσιμη δόνηση της αγάπης που Σου αξίζει! Αληθώς Ανέστη!
Χαίρε Νίκη!


Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Ο Παράξενος (Active Member)

Βάζω λίγο σκοτάδι και λιγάκι βροχή

για να σου φτιάξω μια παράξενη αρχή

και να σε ξεμακρύνω λίγο από τη σκέψη σου

που έτσι κι αλλιώς σε συνερίζεται το κέφι σου.

Σε πάω σε δρόμο μικρό, σε σοκάκι παλιό

σ' ένα αιώνια ποτισμένο απ' το κρασί καπηλειό,

μέρος κακόφημο, ακόμα και για το στοχασμό μου

που ούτε κι ο φόβος δε με φέρνει στ' όνειρό μου.

Εδώ λοιπόν, θα μοιραστώ μια ιστορία μαζί σου

που 'ναι σα να συνέβη χθες και ορκίσου

αν σε πειράξει τόσο που ντραπείς

πουθενά να μη τη πεις.

Καλώς ήρθες, ξένε στο τόπο μου

άραξε δίπλα να σου βάλω ένα κρασί να πιεις

συγχώρεσέ με λιγάκι για τον τρόπο μου,

μα με βρήκες στην αγκαλιά της ντροπής.

Ξέμεινα μόνος μου, πάρε και κάτσε όπου θες

κουρασμένο σε βλέπω, πρέπει καιρό να γυρίζεις,

όμως μέσα στη ζαλάδα μου και πίσω απ' τις σκιές

σα να μου φαίνεται πως κάτι μου θυμίζεις.

Γεια σου και σένα, έλειπα χρόνια ήμουνα κάπου μακριά

με φέραν πίσω δυνατές φωνές

και κάποιες τύψεις που μου είπαν πως εδώ κοντά

έχω γεννηθεί κι έχω πεθάνει δυο χιλιάδες φορές.

Ω, να τα μας, καλά είπα όταν σε είδα

πως σίγουρα παράξενα θα πρέπει να μιλάς

από άλλο κόσμο έχεις απάνω σου σφραγίδα

αυτά τα αγκάθια στο κεφάλι και τα ρούχα που φοράς.

Κάποτε κάποιοι μου το φόρεσαν για στέμμα

και με χλευάζανε μεγάλο βασιλιά

ακόμα τρέχει από τότε φρέσκο αίμα

σ' αυτά που ανέβηκαν του χρόνου τα σκαλιά.

γι' αυτό με βλέπεις μέσα στις σκιές

σαν να φοβάμαι και να θέλω να γλιτώσω

μια προσευχή σ' ένα περβόλι με ελιές

δε με αφήσανε ποτέ να την τελειώσω.

Κι όμως μυρίζεις ουρανό και χώματα

κι αυτή την όμορφη δροσιά της σιωπής

Είναι που μ' έφεραν εδώ αλλόκοτα μαλώματα

άκου, λοιπόν, τι θα τους πεις:

Αφού φωνάζουν όλοι αυτοί

κι αφού σκοτώνουν στ' όνομα μου

πες αναβάλλεται η γιορτή

πάω να ξαπλώσω στα καρφιά μου.

Πες τους ο χρόνος πως τρελάθηκε

δε κάνει στάση Γολγοθά

πες ο παράξενος πως χάθηκε

κι έφυγε οριστικά

Μπερδεμένα μου τα λες, αλλά γουστάρω

πρέπει να σπούδασες τη τέχνη του μυαλού

ή σαν κι μένα όταν με πιάνει και σαλτάρω

και πίνω εδώ, με πιάνει αλλού.

Γι' αυτό και εγώ ήρθα εδώ και σε διάλεξα πιωμένο

για να μπορέσεις την αλήθεια να τους πεις

κάτω από το φως το μέτωπο έχεις ιδρωμένο,

μα το προσέχεις καθαρό, δε θα ντραπείς.

Οι άλλοι παίξανε μαζί μου στους αιώνες

αυτοκράτορα με χρίσανε, με κάναν στρατηγό,

τα απλά μου λόγια τα σκορπίσαν σαν κανόνες

και δεν ήξερα τίποτα εγώ.

Που με βρήκες εδώ κάτω τι με θες

Το μυαλό μου δε σαλεύει από κούνια

σα να γεννήθηκα μου φαίνεται χτες

ενώ έξω υπάρχουν έξυπνοι μιλιούνια.

Αυτούς τους είδα, τους άκουσα, τους νιώθει το πετσί μου

προτιμώ τα καρφιά που με κρατάνε στο σταυρό

αυτοί πουλήσαν ακριβά τη γέννησή μου,

αυτοί φυλάνε το σκοτάδι θησαυρό.

Πες στους εχθρούς μου ότι είχαν λόγο καλό

και θα τους σέβομαι γιατί πιο τίμια σταθήκαν

όταν με σκοτώναν, κοιτούσαν ουρανό

κι έτσι πρόλαβαν από εκεί συγχωρεθήκαν.

Ωραίος, παράξενε φίλε μου, απόψε

για την ανημποριά μου βρήκες σκοπό

πάρε μια κούπα πάρε ψωμί και κόψε

να τελειώσω το κρασί μου και θα πάω να τους πω:

Αφού φωνάζουν όλοι αυτοί

κι αφού σκοτώνουν στ' όνομα σου

θα πω αναβάλλεται η γιορτή

πας να ξαπλώσεις στα καρφιά σου.

Θα πω ο χρόνος πως τρελάθηκε

δε κάνει στάση Γολγοθά

θα πω ο παράξενος πως χάθηκε

κι έφυγε οριστικά.